Πέμπτη 22 Αυγούστου 2013

Θύμα πλεκτάνης ο Ασλάνης!



Τον δικό του αγώνα ώστε να σταθεί ξανά στα πόδια του οικονομικά δίνει ο Μιχάλης Ασλάνης που, όπως υποστηρίζει, έπεσε θύμα εξαπάτησης από δύο γυναίκες, η μία εκ των οποίων ήταν υπεύθυνη για τις υποχρεώσεις του σπιτιού του. Ο σχεδιαστής μόδας που επέστρεψε στο Κολωνάκι ύστερα από οκτώ μήνες, καθώς αναγκάστηκε να κλείσει το ατελιέ του στην Πλάκα, σε μια εξομολόγηση ψυχής -αποκλειστικά στην «Espresso»-εξηγεί πώς δύο γυναίκες που διαχειρίζονταν τα οικονομικά του, όχι μόνο τον κατέστρεψαν, αλλά έχουν εξαφανιστεί χωρίς να αφήσουν ίχνη πίσω τους, ενώ έχει αρχίσει να φοβάται ακόμη και για την ίδια του τη ζωή.
Η μία κοπέλα μάλιστα -με καταγωγή από την Αλβανία- είχε πολύ στενή σχέση μαζί του, όπως μας λέει. Εκτός του ότι η μητέρα της φρόντιζε το σπίτι του μετρ, ήταν εκείνος που τη βοήθησε να σπουδάσει (τη γνώρισε σε ηλικία δεκαέξι ετών), ενώ μετά το τέλος των σπουδών της στη Λογιστική την προσέλαβε στην επιχείρησή του. Η δεύτερη γυναίκα ήταν από την Πάτρα και δούλευε πολλά χρόνια στον οίκο μόδας. Το δεξί του χέρι, όπως τη χαρακτηρίζει, φαίνεται πως τελικά ήταν πολύ... μακρύ, αφού τον κατέκλεβε κανονικά, όπως υποστηρίζει ο σχεδιαστής.
«Επί πάρα πολλά χρόνια εγώ ήμουν στο δημιουργικό μέρος της δουλειάς. Επειδή δεν τα κατάφερνα ποτέ με τα οικονομικά, είχα την κόρη της γυναίκας που με φρόντιζε στο σπίτι. Την είχα από μικρή, τη σπούδασα και είχε την οικονομική διεύθυνση της επιχείρησης. Αυτή η κοπέλα και η άλλη κυρία από την Πάτρα με κατέστρεψαν» λέει ο Μιχάλης Ασλάνης και αναφέρει χαρακτηριστικά: «Τους έδινα χρήματα για να πληρώσουν τις υποχρεώσεις που είχα στο ΙΚΑ, στην Εφορία και στις διάφορες τράπεζες. Εκείνες όμως ούτε τακτοποιούσαν τις εκκρεμότητες, ούτε έκαναν αποδόσεις, π.χ. ΦΠΑ. Κρατούσαν τα λεφτά για τον εαυτό τους, με αποτέλεσμα να μαζεύονται χρωστούμενα, τα οποία εγώ όμως δεν γνώριζα. Κάποια στιγμή ήρθε ένας φίλος μου, ο Γιώργος που είναι λογιστής και με ταρακούνησε. Αν το είχε κάνει πιο νωρίς, ίσως είχα μπορέσει να σωθώ».
Οταν ο Μιχάλης Ασλάνης κατάλαβε τι γινόταν πίσω από την πλάτη του ήταν πλέον αργά, αφού οι δύο γυναίκες είχαν εξαφανιστεί. Η νεαρή που κρατούσε τα λογιστικά της επιχείρησης, μαζί με τη μητέρα της πήραν -εκτός από τα χρήματα του σχεδιαστή- τα πράγματά τους κι έγιναν άφαντες. «Εχει κάνει γερή μπάζα η νεαρή. Κάποιοι μου λένε ότι έχει επιστρέψει στην Αλβανία». Αφαντη ωστόσο είναι και η γυναίκα από την Πάτρα, η οποία μαζί με την Αλβανίδα λογίστρια είχαν στήσει μια... κερδοφόρα για εκείνες δουλειά, αφού πίσω από την πλάτη του μετρ είχαν ενοικιάσει ένα διαμέρισμα και αφού «σήκωναν» ρούχα από το ατελιέ του, τα πουλούσαν εκεί σε τιμές χονδρικής.
Η γερή μπάζα, το δάνειο και οι χρυσές δουλειές με τα νυφικά
Γερή μπάζα έκαναν και από τις προκαταβολές, ειδικά από τις νύφες, όπως ισχυρίζεται ο Μιχάλης Ασλάνης. «Οταν έρχονταν οι νύφες και άφηναν κάποια προκαταβολή για το φόρεμα που είχαν διαλέξει, η κυρία από την Πάτρα έδινε τον λογαριασμό της κόρης της, η οποία ήταν τραπεζικός υπάλληλος. Εκεί τα έβαζαν τα λεφτά μου». Το χειρότερο στην ιστορία, σύμφωνα με τον σχεδιαστή, δεν είναι ότι τον έκλεβαν, αλλά ότι παράλληλα τον καθησύχαζαν ότι όλα θα πάνε καλά όταν άρχισαν να παρουσιάζονται τα πρώτα οικονομικά προβλήματα. «Μου έλεγαν πως δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα και ότι όλες οι εκκρεμότητες ήταν τακτοποιημένες. Και όλα τα λεφτά τα έβαζαν στις τσέπες τους. Φεύγοντας μου κατέστρεψαν και το λογιστήριο».
Η απόφασή του να αποκαλύψει το δράμα που ζει, αλλά και τη δράση των δύο γυναικών έχει έναν και μόνο σκοπό, όπως μας είπε: «Ολα αυτά τα καταγγέλλω για να μη βρεθεί στον δρόμο τους και άλλος ανυποψίαστος άνθρωπος και τραβήξει αυτά που τράβηξα εγώ. Είναι απατεώνισσες ολκής. Την... πάτησα πολύ άσχημα. Εγώ ήμουν καλός σχεδιαστής, δεν είχα ικανότητες εμπόρου και οικονομολόγου. Εκλεβαν ασύστολα, μου κατέστρεψαν τόσα χρόνια δουλειάς». Οπως καταγγέλλει ο Μιχάλης Ασλάνης, οι δύο γυναίκες έπαιρναν προμήθειες ακόμη και από το καθαριστήριο, ενώ «έβαλαν χέρι» και σε προσωπικούς του λογαριασμούς, αφού προτού φύγουν -όπως υποστηρίζει- έκαναν ανάληψη. «Να φανταστείτε πόσο άπληστες ήταν, κάποια στιγμή μού έκαναν πρόταση να πάρουμε κάποιο δάνειο, το οποίο θα μπορούσαμε να το χρησιμοποιήσουμε για ανακαίνιση του ατελιέ. Τους έδωσα το ελεύθερο να το προχωρήσουν, αλλά ύστερα από λίγες μέρες μού είπαν ότι δεν εγκρίθηκε από την τράπεζα. Απ' ό,τι κατάλαβα κατόπιν, το δάνειο το πήραν, αλλά κράτησαν τα χρήματα για τον εαυτό τους» υποστηρίζει, ενώ ακόμη δεν μπορεί να πιστέψει πώς έμπλεξε στα «δίχτυα» των δύο γυναικών.
«Ανησυχώ για τη ζωή μου»
Ο ΜΙΧΑΛΗΣ Ασλάνης μάλιστα μιλώντας στην «Espresso» δεν κρύβει και τους φόβους του για τη ζωή του: «Ανησυχώ πλέον και για την ίδια μου τη ζωή, νομίζω ότι έχω μπλέξει, είμαι σε πολύ άσχημη κατάσταση. Εκκρεμούν πολλές υποθέσεις. Μιλάω με τους δικηγόρους μου για να δούμε τι θα κάνουμε και πώς θα βρεθεί μια λύση. Δίνω μεγάλο αγώνα. Αν κι έφυγαν μόνες τους, αφού πρώτα με "έγδυσαν", τώρα λαμβάνω περίεργα τηλεφωνήματα από τους δικηγόρους τους, γιατί μου ζητούν και αποζημίωση από πάνω. Οι... κυρίες πήραν μαζί τους και τρεις μοδίστρες τις οποίες είχα ξοφλήσει». Αν και πρόσφατα είχε περάσει σοβαρή περιπέτεια με την υγεία του, ο Μιχάλης Ασλάνης δεν μπορεί να πιστέψει ότι εξακολουθεί να ταλαιπωρείται: «Είμαι 63 ετών και αντί να ξεκουράζομαι ή να έχω κάποια σύνταξη, περνάω πολύ δύσκολα και ταλαιπωρούμαι. Δεν μπορώ να διανοηθώ το μέγεθος της απατεωνιάς. Με την κρίση άρχισα ένα-ένα να τα μαθαίνω. Μου έλεγαν όλοι "πρόσεχε τους αλλοδαπούς", αλλά κι εγώ είμαι Μικρασιάτης, από οικογένεια προσφύγων, δεν έδινα σημασία κι έλεγα "γιατί να μη βοηθήσω;" Αλλά πού να το φανταζόμουν...» Το μόνο που σκέφτεται τώρα ο σχεδιαστής είναι η οικογένειά του, μόλις πληροφορηθεί για την υπόθεση, την οποία ετοιμάζεται να καταγγείλει και στην Αστυνομία, ενώ σκέφτεται να κινηθεί και δικαστικά. «Για τους μόνους που λυπάμαι είναι για την οικογένειά μου. Οι δικοί μου άνθρωποι θα στενοχωρηθούν όταν διαβάσουν αυτά. Θέλω να τους ζητήσω μια μεγάλη συγγνώμη, γιατί θα πικραθούν. Πάντα με στηρίζουν και είναι δίπλα μου. Εγώ φταίω για τις επιλογές μου και δεν είχα μυαλό να δω τα λάθη μου» καταλήγει ο σχεδιαστής.

ΑΝΤΙΓΟΝΗ του Σοφοκλή


Ένα διαχρονικό σχόλιο στην αλαζονεία της εξουσίας
Ένα παγκόσμιο μήνυμα αντίστασης


Πάνω από 50.000 θεατές παρακολούθησαν την παράσταση το «σκληρό καλοκαίρι» του 2015 σε όλη την Ελλάδα. Για μια παράσταση «τίμια και σεβαστική στο είδος» έκανε λόγο ο Κώστας Γεωργουσόπουλος, ενώ η Στέλλα Χαραμή παρατήρησε την επικράτηση της «απόλυτης σιωπής», όχι απλώς στη θέαση της παράστασης αλλά «στο άκουσμα του σοφόκλειου λόγου».

«Ο λόγος του Σοφοκλή λειτούργησε κατά τη γνώμη μου ως ένα πολιτικό αντανακλαστικό από την πλευρά του κόσμου στη συγκεκριμένη περίοδο που ανέβηκε η παράσταση», παρατηρεί ο σκηνοθέτης Θέμης Μουμουλίδης και συνεχίζει: «Θεατές από όλη την Ελλάδα μετά την παράσταση μάς έλεγαν ότι ήταν αποκαλυπτικό γι’ αυτούς, το πόσο σημερινό ακουγόταν το μήνυμα του Σοφοκλή, όχι μόνο σε σχέση με την αλαζονεία της εξουσίας, ή με την αδήριτη ανάγκη να ζει κανείς σύμφωνα με τις αξίες του, αλλά και μια ακόμη διάσταση του έργου: Πόσο επιτακτική είναι η ανάγκη να μάθουμε να ακούμε ο ένας τον άλλον, αυτή την τόσο ουσιαστική λειτουργία και έννοια της δημοκρατίας. Αυτές τις εκκλήσεις του σοφού και ανθρωπολογικά διαχρονικού σοφόκλειου λόγου αγκάλιασε ο κόσμος και αυτό ήταν το μεγάλο κέρδος και η επιτυχία της προσπάθειάς μας» συμπληρώνει ο σκηνοθέτης.

Η ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ
Θα περιοδεύσει σε 30 πόλεις στην Ελλάδα και την Κύπρο που στη πλειοψηφία τους δεν περιλαμβάνονταν στο περσινό πρόγραμμα των παραστάσεων. Κάποιες παραστάσεις επανέρχονται στις πόλεις που υπήρξε μεγάλη ζήτηση, με αποτέλεσμα πολλοί θεατές να μην κατορθώσουν να δουν την παράσταση λόγω εξάντλησης των εισιτηρίων.
«Ο καθαρός λόγος, η σωστή άρθρωση, οι εξαιρετικές ερμηνείες, η κινηματογραφική σύγχρονη μουσική του Σταύρου Γασπαράτου, το μαύρο του πένθους και το γκρίζο του πολέμου στα κοστούμια και τα σκηνικά της Παναγιώτας Κοκκορού, η κίνηση, το στήσιμο των ηθοποιών, οι ρυθμοί, οι ποιητικές εικόνες και τα χορικά» είναι τα στοιχεία που απογείωσαν την παράσταση, όπως περιγράφει η θεατρική κριτική.

ΤΟ ΕΡΓΟ
Διαδραματίζεται στη Θήβα, όπου βασίλευε η οικογένεια των Λαβδακιδών και βρίσκεται σε κατάσταση δεινής πολιτικής κρίσης - συνέπεια εμφύλιας διαμάχης. Οι δυο γιοι του τελευταίου βασιλιά, του Οιδίποδα, που χάθηκε χτυπημένος από τη βαριά κατάρα που κατατρύχει τους Λαβδακίδες, συγκρούστηκαν για τη διαδοχή. Και, ενώ ο Ετεοκλής έμεινε να κυβερνά τη Θήβα, ο Πολυνείκης, εξόριστος, ξεσήκωσε στρατό από το Άργος για να επιτεθεί στην πόλη. Η επίθεση αποτυγχάνει, αλλά στη μάχη ο Ετεοκλής και ο Πολυνείκης αλληλοσκοτώνονται. Δεν απομένουν πλέον στη ζωή παρά οι δυο κόρες του Οιδίποδα, η Αντιγόνη και η Ισμήνη, τελευταίοι κρίκοι της αλυσίδας των Λαβδακιδών. Η τραγωδία ξεκινά την αυγή μετά τη νίκη των Θηβαίων. Ο Κρέοντας, που έχει αναλάβει τώρα την εξουσία ως στενότερος συγγενής των γιων του Οιδίποδα, διατάζει να μείνει άταφος ο Πολυνείκης, ως προδότης της πατρίδας του, και ορίζει ποινή θανάτου για όποιον παραβεί τη διαταγή του.
Η Αντιγόνη εξεγείρεται εναντίον της σκληρής προσταγής, που καταστρατηγεί τους άγραφους νόμους που προστατεύουν τους νεκρούς και προσβάλλει το ιερό αίσθημα της αδελφικής αγάπης και αψηφώντας τον κίνδυνο, επιχειρεί να θάψει τον αδελφό της. Αυτός ο αγώνας ανάμεσα στην Αντιγόνη και τον Κρέοντα για το νεκρό σώμα του Πολυνείκη, συμπυκνώνει όλες τις εγγενείς στην ανθρώπινη κατάσταση συγκρούσεις (δίκαιου και νόμιμου, αρσενικού και θηλυκού, παλαιού και νέου, ιδιωτικού και κοινωνικού, ύπαρξης και θνητότητας, ανθρώπινου και θείου). Η Αντιγόνη συλλαμβάνεται και καταδικάζεται από τον Κρέοντα σε θάνατο. Ωστόσο, από τη στιγμή που ξεστομίζει τη θανατική της καταδίκη, διαφαίνεται ο δρόμος που οδηγεί στην καταστροφή του.

Δημοφιλείς αναρτήσεις

Powered By Blogger