Πέμπτη 31 Οκτωβρίου 2013

Arnaud Bignon: Ένας σεφ... μετράει τ' άστρα σε Αθήνα και Λονδίνο Μια συζήτηση με έναν από τους καλύτερους σεφ του κόσμου


Arnaud Bignon: Ένας σεφ... μετράει τ' άστρα σε Αθήνα και Λονδίνο


Γεννήθηκε στη Γαλλία και πλέον βρίσκεται στο Λονδίνο. Κάποια από τα χρόνια του όμως τα πέρασε και στην Ελλάδα και μάλιστα στο γαστρονομικό μας διαμάντι, την Σπονδή.

Πλέον τον συναντάμε στην κουζίνα του The Greenhouse, το οποίο πρόσφατα απέσπασε χάρη σε εκείνον το δεύτερο αστέρι Michelin.
Πόσο διαφέρει η γαστρονομική κουλτούρα της Ελλάδας από το Λονδίνο; Τι σημαίνει για εκείνον ένα πιάτο μουσακά; Τελικά πού πάει η μοριακή κουζίνα; Μας απάντησε σε αυτά και άλλα ενδιαφέροντα ερωτήματα...
- Όσο βρισκόσασταν στη Σπονδή αλλά και τώρα στο Greenhouse του Λονδίνου, καταφέρατε να φέρετε στα εστιατόρια το δεύτερο αστέρι Michelin. Ποια ήταν η “τακτική” σας για να το πετύχετε αυτό;
Το πρώτο πράγμα ήταν να επανδρώσουμε τα εστιατόρια με προσωπικό που μπορεί να σε ακολουθήσει όπου κι αν θέλεις να φτάσεις. Στη συνέχεια, σημαντικό ρόλο έπαιξε η αναζήτηση των καλύτερων δυνατών προϊόντων της αγοράς, η συνέπεια σε καθημερινή βάση, ο τρόπος διακόσμησης του πιάτου, οι τεχνικές μαγειρικής αλλά και η πρωτοτυπία των συνταγών.
- Πόσο διαφέρει ένα βραβευμένο εστιατόριο του Λονδίνου από ένα της Αθήνας;
Το Λονδίνο είναι μία business πόλη, ενώ η Ελλάδα είναι κυρίως προορισμός για διακοπές. Αυτό από μόνο του σημαίνει ότι δεν μπορούμε να έχουμε τις ίδιες προσδοκίες από τον κόσμο. Στο Λονδίνο από την άλλη βρίσκεις μεγάλη ποικιλία σε θαλασσινά, κρέας και λαχανικά, ενώ στην Ελλάδα το να τα βρεις όλα, σε άριστη ποιότητα, την ίδια στιγμή είναι αρκετά δύσκολο.


- Ποιο είναι το επόμενο “βήμα” της μαγειρικής;
Η μαγειρική όντως βρίσκεται πλέον σε άλλο επίπεδο. Όλοι θέλουν να γεύονται “καθαρό” προϊόν. Ο πελάτης θέλει να γνωρίζει από πού έχει έρθει αυτό που τρώει αλλά και λεπτομέρειες για το πώς έχει μαγειρευτεί. Αυτό το βλέπουμε έντονα και στο Noma το οποίο μαγειρεύει κατεξοχήν με Δανέζικα προϊόντα. Οι απλές συνταγές και οι καθαρές γεύσεις φαίνεται να προωθούνται από τους καλύτερους σεφ σε παγκόσμιο επίπεδο κάτι που άλλωστε είναι και το πιο δύσκολο να γίνει. Αν έχεις εξαιρετικό προϊόν δεν χρειάζεται να προσθέσεις πολλά επιπλέον πράγματα.
- Μιας και έχετε ζήσει αρκετά χρόνια στην Ελλάδα, ποια είναι η γνώμη που έχετε σχηματίσει για την ελληνική κουζίνα;
Λατρεύω την ελληνική κουζίνα γιατί είναι τρομερά νόστιμη! Πολλές φορές μου έρχονται στο μυαλό αναμνήσεις από τη γιαγιά μου που έβαζε το ψητό να σιγομαγειρεύεται για πολλές ώρες.
- Υπάρχουν πιάτα και γεύσεις που δεν θα ξεχάσετε;
Σίγουρα θα μου μείνουν αξέχαστοι οι λουκουμάδες, η χωριάτικη σαλάτα και ο μουσακάς.
- Θα μπορούσε πιστεύετε να γίνει κάτι ώστε τα βραβευμένα εστιατόρια να μπορέσουν να γίνουν προσιτά σε ένα μεγαλύτερο εύρος κοινού;
Το συγκεκριμένο είδος εστιατορίων δεν μπορεί να γίνει φθηνότερο γιατί τα ίδια τα προϊόντα είναι αρκετά ακριβά. Άλλωστε σε τέτοια εστιατόρια έρχεσαι για να βιώσεις τη γενικότερη “εμπειρία”. Όχι για να φας αλλά για να απολαύσεις.
- Ποιο είναι το πρώτο πράγμα που λέτε σε έναν νέο σεφ;
Ότι αυτό που κάνουμε δεν είναι δουλειά, είναι πάθος!
- Πώς είναι στα μάτια σας το “ιδανικό” εστιατόριο;
Θα ήταν ένα εστιατόριο μικρό που θα μπορούσε να καθίσει το πολύ 30 άτομα. Δεν θα είχε πολύ προσωπικό και θα προσέφερε μόνο 2 μενού με 8 έως 12 πιάτα. Θα ήταν κάτι σαν το Astrance στο Παρίσι.
- Υπάρχει εστιατόριο που να είναι άψογο σε όλα;
Η καλύτερη εμπειρία που έχω βιώσει ποτέ ήταν στο Troisgros στη Ροάν της Γαλλίας. Ήταν όλα άψογα! Η μαγειρική, η διακόσμηση, η γεύση, οι συνδυασμοί...
- Ποια είναι η γνώμη σας για τη μοριακή γαστρονομία;
Έχει βοηθήσει αρκετά στο να εξελιχθεί η μαγειρική. Ταυτόχρονα όμως υπάρχουν και αρκετοί σεφ που χρησιμοποιούν τις τεχνικές της χωρίς καν να καταλαβαίνουν τι κάνουν. Αν έχεις μια σωστή βάση, χρησιμοποιώντας μοριακές τεχνικές μπορείς να την εξελίξεις. Είναι όμως γεγονός ότι ο κόσμος έχει βαρεθεί αυτό το στιλ και πλέον επιστρέφει στους “κλασικούς” τρόπους μαγειρικής.
- Τι θα βρούμε πάντα όταν ανοίξουμε το ψυγείο σας;
Σίγουρα γιαούρτια! Κάθε βράδυ μόλις επιστρέφω στο σπίτι θα φάω 2-3 γιαούρτια για να ισορροπήσω τη γεύση μου έπειτα από όλα αυτά τα πιάτα που έχω δοκιμάσει.
- Ποια γεύση θυμάστε εντονότερα από τα παιδικά σας χρόνια;
Το βραστό κοτόπουλο με κρέμα και λαχανικά. Μια παραδοσιακή συνταγή που λέγεται Poule au pot.
- Μιας και κερδίσατε το πολυπόθητο δεύτερο αστέρι, ποιος είναι τώρα ο επόμενος στόχος σας;
Το τρίτο!


ΑΝΤΙΓΟΝΗ του Σοφοκλή


Ένα διαχρονικό σχόλιο στην αλαζονεία της εξουσίας
Ένα παγκόσμιο μήνυμα αντίστασης


Πάνω από 50.000 θεατές παρακολούθησαν την παράσταση το «σκληρό καλοκαίρι» του 2015 σε όλη την Ελλάδα. Για μια παράσταση «τίμια και σεβαστική στο είδος» έκανε λόγο ο Κώστας Γεωργουσόπουλος, ενώ η Στέλλα Χαραμή παρατήρησε την επικράτηση της «απόλυτης σιωπής», όχι απλώς στη θέαση της παράστασης αλλά «στο άκουσμα του σοφόκλειου λόγου».

«Ο λόγος του Σοφοκλή λειτούργησε κατά τη γνώμη μου ως ένα πολιτικό αντανακλαστικό από την πλευρά του κόσμου στη συγκεκριμένη περίοδο που ανέβηκε η παράσταση», παρατηρεί ο σκηνοθέτης Θέμης Μουμουλίδης και συνεχίζει: «Θεατές από όλη την Ελλάδα μετά την παράσταση μάς έλεγαν ότι ήταν αποκαλυπτικό γι’ αυτούς, το πόσο σημερινό ακουγόταν το μήνυμα του Σοφοκλή, όχι μόνο σε σχέση με την αλαζονεία της εξουσίας, ή με την αδήριτη ανάγκη να ζει κανείς σύμφωνα με τις αξίες του, αλλά και μια ακόμη διάσταση του έργου: Πόσο επιτακτική είναι η ανάγκη να μάθουμε να ακούμε ο ένας τον άλλον, αυτή την τόσο ουσιαστική λειτουργία και έννοια της δημοκρατίας. Αυτές τις εκκλήσεις του σοφού και ανθρωπολογικά διαχρονικού σοφόκλειου λόγου αγκάλιασε ο κόσμος και αυτό ήταν το μεγάλο κέρδος και η επιτυχία της προσπάθειάς μας» συμπληρώνει ο σκηνοθέτης.

Η ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ
Θα περιοδεύσει σε 30 πόλεις στην Ελλάδα και την Κύπρο που στη πλειοψηφία τους δεν περιλαμβάνονταν στο περσινό πρόγραμμα των παραστάσεων. Κάποιες παραστάσεις επανέρχονται στις πόλεις που υπήρξε μεγάλη ζήτηση, με αποτέλεσμα πολλοί θεατές να μην κατορθώσουν να δουν την παράσταση λόγω εξάντλησης των εισιτηρίων.
«Ο καθαρός λόγος, η σωστή άρθρωση, οι εξαιρετικές ερμηνείες, η κινηματογραφική σύγχρονη μουσική του Σταύρου Γασπαράτου, το μαύρο του πένθους και το γκρίζο του πολέμου στα κοστούμια και τα σκηνικά της Παναγιώτας Κοκκορού, η κίνηση, το στήσιμο των ηθοποιών, οι ρυθμοί, οι ποιητικές εικόνες και τα χορικά» είναι τα στοιχεία που απογείωσαν την παράσταση, όπως περιγράφει η θεατρική κριτική.

ΤΟ ΕΡΓΟ
Διαδραματίζεται στη Θήβα, όπου βασίλευε η οικογένεια των Λαβδακιδών και βρίσκεται σε κατάσταση δεινής πολιτικής κρίσης - συνέπεια εμφύλιας διαμάχης. Οι δυο γιοι του τελευταίου βασιλιά, του Οιδίποδα, που χάθηκε χτυπημένος από τη βαριά κατάρα που κατατρύχει τους Λαβδακίδες, συγκρούστηκαν για τη διαδοχή. Και, ενώ ο Ετεοκλής έμεινε να κυβερνά τη Θήβα, ο Πολυνείκης, εξόριστος, ξεσήκωσε στρατό από το Άργος για να επιτεθεί στην πόλη. Η επίθεση αποτυγχάνει, αλλά στη μάχη ο Ετεοκλής και ο Πολυνείκης αλληλοσκοτώνονται. Δεν απομένουν πλέον στη ζωή παρά οι δυο κόρες του Οιδίποδα, η Αντιγόνη και η Ισμήνη, τελευταίοι κρίκοι της αλυσίδας των Λαβδακιδών. Η τραγωδία ξεκινά την αυγή μετά τη νίκη των Θηβαίων. Ο Κρέοντας, που έχει αναλάβει τώρα την εξουσία ως στενότερος συγγενής των γιων του Οιδίποδα, διατάζει να μείνει άταφος ο Πολυνείκης, ως προδότης της πατρίδας του, και ορίζει ποινή θανάτου για όποιον παραβεί τη διαταγή του.
Η Αντιγόνη εξεγείρεται εναντίον της σκληρής προσταγής, που καταστρατηγεί τους άγραφους νόμους που προστατεύουν τους νεκρούς και προσβάλλει το ιερό αίσθημα της αδελφικής αγάπης και αψηφώντας τον κίνδυνο, επιχειρεί να θάψει τον αδελφό της. Αυτός ο αγώνας ανάμεσα στην Αντιγόνη και τον Κρέοντα για το νεκρό σώμα του Πολυνείκη, συμπυκνώνει όλες τις εγγενείς στην ανθρώπινη κατάσταση συγκρούσεις (δίκαιου και νόμιμου, αρσενικού και θηλυκού, παλαιού και νέου, ιδιωτικού και κοινωνικού, ύπαρξης και θνητότητας, ανθρώπινου και θείου). Η Αντιγόνη συλλαμβάνεται και καταδικάζεται από τον Κρέοντα σε θάνατο. Ωστόσο, από τη στιγμή που ξεστομίζει τη θανατική της καταδίκη, διαφαίνεται ο δρόμος που οδηγεί στην καταστροφή του.

Δημοφιλείς αναρτήσεις

Powered By Blogger